content top

Χάϊκου: Ἱστορία, σκοπός, λειτουργία

Στὸν Ἑλληνοϊαπωνικὸ Σύνδεσμο μὲ πολλὴ χαρὰ δεχόμαστε τὶς ἐκδηλώσεις ἐνθουσιασμοῦ πολλῶν ἐπισκεπτῶν αὐτοῦ τοῦ ἱστότοπου, ποὺ ἀγκάλιασαν ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή τὸν διαγωνισμό γιὰ τὴ συγγραφὴ χάϊκου καὶ δήλωσαν συμμετοχὴ σ’ αὐτόν. Τὸ χάϊκου στὴν Ἑλλάδα καλλιεργήθηκε ἀπὸ πολλοὺς ποιητὲς. Ὡστόσο τὸ πράγμα ἐπεκτάθηκε πολὺ παραπέρα, ἐφόσον αὐτὴ ἡ μορφή ἰαπωνικῆς ποίησης διδάχτηκε σὲ σχολεῖα καὶ ἔγινε ἡ ἀγαπημένη ἐνασχόληση πολλῶν ἀνθρώπων. Μποροῦμε νὰ ποῦμε πραγματικὰ ὅτι ἡ Ἑλλάδα ἔχει γίνει μιὰ χώρα ποὺ παράγει χάϊκου! Μὲ ἀφορμὴ τὸ διαγωνισμό, ζητήσαμε ἀπό ἕνα παλιὸ μέλος τοῦ Συνδέσμου, τὸν καθ. κ. Στέλιο Παπαλεξανδρόπουλο, νὰ μᾶς γράψει κάποια στοιχεῖα σχετικὰ μὲ τὴν ἱστορία, τὸ σκοπό, καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο λειτουργεῖ τὸ χάϊκου. Ἰδού, λοιπόν, τὸ κείμενο ποὺ μᾶς ἔστειλε.

Χάϊκου: ἱστορία, σκοπός, λειτουργία

Ἡ ἰαπωνικὴ ποίηση ἀναπτύχθηκε μὲ βὰση ὄχι τὴν ὁμοιοκαταληξία ἤ κάποιο εἶδος μέτρου, ἀλλὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν συλλαβῶν. Μὲ βάση τὸν ἀριθμό αὐτό διακρίνεται σὲ δύο κυρίως ποιητικὲς φόρμες. Ἔτσι ἔχομε τὸ οὐάκα «waka» ἤ τάνκα «tanka», που εἶναι μιὰ στροφὴ ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ 5,7,5,7 καὶ 7 =31 συλλαβὲς. Κάθε ὁμάδα συλλαβῶν ἀποτελεῖ ἕνα στῖχο, ποὺ γράφεται ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο, σὲ πέντε σειρές.
Τὸ οὐάκα εἶναι μιὰ ποιητικὴ φόρμα ποὺ ἀπαντᾶ ἤδη στὸ Κοτζίκι (712 μ.Χ.), ἀλλὰ ἄκμασε τὴν ἐποχὴ Χεϊὰν (794-1185). Τὰ ἀντιπροσωπευτικότερα καὶ ὡραιότερα δείγματὰ της περιέχονταιο στὴ συλλογὴ Κοκινσού, ποὺ ἐξέδωσε στὶς ἀρχὲς τοῦ 10ου αἰ. ὁ Κὶ νο Τσουραγιούκι. Εἶναι ποίηση τῆς αὐλῆς. Μὲ τὴ συγγραφὴ της ἀσχολήθηκαν κυρὶως οἱ αὐλικοὶ καὶ οἱ εὐγενεῖς τῆς ἐποχῆς Χεϊὰν, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι, ὅπως ὁ περίφημος βουδιστὴς μοναχὸς Σαϊγκυό, τοῦ 12 αἰ. Εἶναι κλασική ἤ «ἐθνικὴ» ποὶηση, ὅπως μαρτυρεῖ καὶ τὸ ὄνομά της ( wa= Γιαμάτο=’Ιαπωνία, ka=ποίηση).

Ἡ δεύτερη κύρια ποιητικὴ φόρμα εἶναι τὸ χάϊκου, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 5,7,5 =17 συλλαβὲς καὶ ἀναπτύσσεται σὲ τρεῖς στίχους. Σ’ αὐτὲς τὶς δύο ποιητικὲς φόρμες ἐντάσσεται τὸ σύνολο, σχεδὸν, τῆς ἰαπωνικῆς ποίησης.
Πῶς δημιουργήθηκε τὸ χάϊκου; Ἀπὸ τὸ λεγόμενο ρένκου ἤ ρένκα. Ρένκου ἤ ρένκα σημαίνει ἁλυσιδωτὴ ποίηση, καὶ ἀπαντᾶ κι αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κοτζίκι. Ἔγινε ὅμως δημοφιλὴς ἀπὸ τὸν 11ο καὶ 12ο αἰ. Τὸ ρένκου εἶναι μιὰ σειρὰ α’πὸ πολλὰ ουάκα, καθένα ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ συνέθεταν δύο πρόσωπα: ὁ ἕνας ἔγραφε τοὺς τρεῖς πρώτους στίχους καὶ ὁ ἄλλος τοὺς δύο τελευταίους. Μόλις δημιουργούσαν οἱ δύο τὸ πρῶτο οὐάκα, ἡ ἴδια διαδικασία ἐπαναλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς ἴδιους ἤ ἀπὸ ἄλλους ποιητὲς ποὺ παρευρίσκονται. Ἔτσι τὸ ρένκου ἦταν ἀποτέλεσμα συνεργασίας. Τὸ ρένκου ἀνέπτυξε σιγὰ-σιγὰ πολλοὺς καὶ δύσκολους κανόνες. Π.χ. ὁ ἐναρκτήριος στῖχος, ποὺ ὀνομαζόταν χόκκου, ἔπρεπε ν’ἀναφέρει ἤ νὰ ὑπαινίσσεται τὴν ἐποχὴ, τὴν τοποθεσία κ.τ.λ.
Τὸ χάϊκου ἐμφανίστηκε, ὅταν ὁ περίφημος Μπασό ἀπομόνωσε τοὺς τρεῖς πρώτους στίχους τοῦ πρώτου οὐάκα καὶ τοὺς καθιέρωσε ὡς ἀνεξάρτητη ποιητικὴ φόρμα. Στὴν ἀρχὴ ὀνομάστηκε χαϊκάϊ καὶ ἀργότερα χάϊκου. Πολὺ λίγα εἶναι γνωστὰ γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Μπασό πρὶν ἀρχίσει νὰ συνθέτει χάϊκου. Γεννήθηκε στὴ σημερινὴ ἐπαρχία Μίε, ἀλλὰ τὸ 1672 πῆγε στὸ Ἐντὸ. Ἡ ζωὴ του στὸ Ἐντὸ δὲν μᾶς εἶναι ἐπίσης γνωστὴ σὲ λεπτομέρειες, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἔγινε διάσημος ὡς συνθέτης καὶ δάσκαλος ποίησης. Τὸ 1682, ὅταν ἦταν κοντὰ σαράντα ἐτῶν, στὸ Ἐντὸ ἔπιασε μιὰ μεγάλη φωτιὰ, στὴν ὁποία κάηκε τὸ σπίτι του. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἄρχισε νὰ ταξειδεύει, πρᾶγμα ποὺ συνέχισε τὰ ὑπόλοιπα δέκα χρόνια τῆς ζωῆς του. Αὐτὴ τὴν περίοδο παρήγαγε τὰ απουδαιότερα ἔργα του καὶ κατέστησε τὸ ταξεῖδι ἰδὲα ἀδιαχώριστη, στὴν ἰαπωνικὴ λογοτεχνία, ἀπὸ τὸ πρόσωπό του.
Στὸ πρῶτο του μεγάλο ταξεῖδι (1684-5), ποὺ διάρκεσε ὀκτὼ μῆνες, πῆγε ἀπὸ τὸ Ἐντὸ στὸ Γιαμάτο καὶ Κυότο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πίσω στὸ Ἐντὸ, ἔγραψε τὸ Νοζαράσι κικό (Ἕνας σκελετὸς ἐκτεθειμένος στᾶ στοιχεῖα τῆς φύσης: μιὰ ταξειδιωτικὴ ἀναφορὰ). Ἀκολούθησαν κι ἄλλα ταξείδια, μὲ ἀποτέλεσμα ἰσάριθμα βιβλία, ὅπως τὸ Σαρασίνα κικό κ.ἄ. Τὰ βιβλία αὐτὰ εἶναι ἐντυπώσεις σὲ πεζό λόγο, ποὺ κάθε λίγο διακόπτεται ἀπὸ χαϊκάϊ. Τὸ τελευταῖο του μεγάλο ταξεῖδι κράτησε ἕνα χρόνο, ἀπὸ τὸ Ἐντὸ στὸ βορρᾶ. Ἀπὸ αὐτὸ βγῆκε τὸ περίφημο Ὄκου νο χοσό μιτσί (Ὁ στενός δρόμος γιὰ τὸ βορρᾶ). Μ’ ὅλο ποὺ ὡς σύνολο τὰ βιβλία τοῦ Μπασό εἶναι ἀριστουργήματα, τὸ μεγάλο ἐπίτευγμα εἶναι τὰ χάϊκου του. Ἀπομονωμένα ἀπὸ τὸν πεζό λόγο ποὺ προηγεῖται καὶ ἕπεται, εἶναι τὰ περισσότερα γνωστὰ ὡς ἀνεξάρτητα ποιήματα.

Τὰ χάϊκου εἶναι ἀναδημιουργοί αἰσθημάτων. Αὐτὸ τὸ πετυχαίνουν μέσα ἀπὸ τὴν ἀναδημιουργία τῶν καταστάσεων ποὺ προκαλοῦν τὴ συγγραφὴ τους μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ λεκτικὴ ἀναφορὰ στὸ αἴσθημα καὶ νὰ προκληθεῖ ἡ ἐμφάνιση τοῦ ἴδιου τοῦ αἰσθήματος καθαυτό.
Μιὰ ἀπὸ τὶς τεχνικὲς ποὺ χρησιμοποιοῦν τὰ χάϊκου γι αὐτὸ τὸ σκοπό, εἶναι ὁ ὑπαινιγμός. Ὁ ὑπαινιγμὸς εἶναι ἡ ἀναφορὰ μόνο ἑνός ἤ λίγων στοιχεὶων ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἀποτελοῦν τὴν κατάσταση ποὺ ἐπιδιώκεται νὰ περιγραφεῖ. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ πρέπει νὰ εἶναι τὰ οὐσιαστικὰ μιᾶς κατάστασης, δηλαδή ν’ ἀποτελοῦν ἀκριβῶς ἐκεῖνα, ποὺ μὲσα ἀπὸ ὅλα ὅσα ἀποτελοῦν αὐτὴ τὴν κατάσταση, δημιουργοῦν τὸ αἴσθημα ποὺ ἐπιζητεῖται ν ἀναδημιουργηθεῖ. Ὅπως ὁ γλύπτης ἀφαιρεῖ ὅ,τι δὲν εἶναι ἡ βασικὴ μορφή, ὁ ποιητὴς τῶν χάϊκου ἀφαιρεῖ ὅ,τι δὲν εἶναι οὐσιαστικὸ μὲ τὴν ἔννοια ποὺ περιγράψαμε.
Ἔτσι, προκειμένου νὰ περιγραφοῦν οἱ γ ε ν ι κ ὲ ς καταστάσεις ποὺ ἀναφέραμε παραπάνω (παροδικὸτητα, μοναξιὰ κλ.τ.λ.), στὰ χάϊκου περιγράφονται καταστάσεις σ υ γ κ ε κ ρ ι μ έ ν ω ν πραγμάτων, τέτοιες, ποὺ ἀποτελοῦν χαρακτηριστικὰ παραδείγματα ἤ εἰδικὲς περιπτώσεις τῶν γενικῶν. Ἡ εἰδικὴ κατάσταση λειτουργεῖ ἔτσι σὰν σύμβολο ὑπομνηστικὸ καὶ μεταδοτικὸ τῆς γενικῆς, καὶ τελικὰ τοῦ αἰσθήματος ποὺ αὐτὴ προκαλεῖ. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶναι ἕνα γνωστὸ χάϊκου τοῦ Μπασό:

Φουρουίκε για
Καουάζου τομπικόμου
Μίζου νο οτό

Στὴν παλιὰ δεξαμενή
ὁ βάτραχος βουτάει
ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ

Ἐδῶ ἡ γενική κατάσταση, τὴν ὁποία σκοπό ἔχει τὸ χάϊκου νὰ ἀναδημιουργήσει, εἶναι ἡ σιωπή. Ἡ συγκεκριμένη περίπτωση, εἶναι ἡ βουτιά τοῦ βατράχου καὶ ὁ ἦχος ποὺ ατὴ προκαλεῖ. Πῶς, ὅμως, ἡ βουτιά καὶ ὁ ἦχος της ἀναδημιουργοῦν τὴ σιωπή; Μέσα ἀπὸ τὴν τεχνικὴ τῆς συμπαράθεσης μὲ κάτι ἀντίθετο: ἐὰν περιγράψω ἕνα χελιδόνι ποὺ πετᾶ μὲ φόντο τὸν ἀπέραντο οὐρανό, τότε μὲσα ἀπὸ τὴν ἀντιπαραβολὴ θὰ δημιουργηθεῖ σύγκριση καὶ μέσα καὶ ἀπὸ αὐτὴν ὁ τονισμός. Ἐδῶ, ἡ ἀναφορὰ τοῦ μόνου στοιχείου ποὺ ἀποτελεῖ τὸ χελιδόνι, τονίζει τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ οὐρανοῦ. Ἔτσι καὶ ὀ ἦχος τῆς βουτιᾶς τοῦ βατράχου τονίζει τὴ σιωπή. Ἡ σιωπή ὑποβάλλεται κι ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς δεξαμενῆς: νερὸ στάσιμο – ἑπομένως καὶ ἀπόλυτα ἥρεμο. Μιᾶς «παλιᾶς» δεξαμενῆς: ἡ στασιμότητα ἐνισχύεται, ἐφοῦ τὸ «παλιὸ» εἶναι κάτι πιὸ ἀκίνητο ἀπὸ τὸ νέο, κάτι ποὺ ἔχει πιὰ μόνιμα σταθεροποιηθεῖ. Σ’ αὐτὴ τὴν ἄσπιλη σιωπή, ὁ βάτραχος πηδάει. Αὐτὸ εἶναι κάτι ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπὸ τὸ περιβάλλον: εἶναι ἕνας ἦχος μέσα στὴ σιωπή. Μάλιστα, τὸ ὅτι εἶναι ξαφνικὸς, τὸν τονίζει ἀκόμη περισσότερο. Ὅσο περισσότερο τονίζεται ὁ ἦχος, τὸσο περισσότερο τονίζεται καὶ ἡ σιωπή. Ἔτσι, αὐτὸ εἶναι ἕνα χάϊκου ποὺ θέλει νὰ ἀναδημιουργήσει τὴν κατάσταση (καὶ τὸ αἴσθημα, βέβαια, ποὺ αὐτὴ προκαλεῖ) τῆς σιωπῆς.

Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος