Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΧΑΪΚΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ | Greek-Japanese Association
content top

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΧΑΪΚΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Για την Εκδήλωση:
«Η ποίηση του χαϊκού»
Από την Ιαπωνία στην Ελλάδα
Αθήνα, 23 Μαΐου 2011
«Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων»

Το χαϊκού, αυτή η περίφημη τρίστιχη φόρμα επιγραμμα- τικής ποίησης, γεννήθηκε, κάπου μεταξύ 15ου και 16ου αιώνα, στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, την Ιαπωνία και πήρε την οριστική του μορφή μέσα στον 17ο αιώνα.

Από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα , όταν άνοιξαν – και με τον τρόπο που άνοιξαν- τα σύνορα της χώρας αυτής, άρχισε να γίνεται γνωστό και στη Δύση.

Η ποίηση και η ζωγραφική, υπήρξαν από τα πρώτα …εξαγώγιμα πνευματικά και πολιτισμικά προϊόντα της Ιαπωνίας. Και οι δύο αυτές τέχνες, τράβηξαν την προσοχή και το ενδιαφέρον πολλών φιλότεχνων και επηρέασαν βαθειά σημαντικούς δημιουργούς (ποιητές και ζωγράφους) τόσο στην Ευρώπη όσο και στις χώρες πέραν του Ατλαντικού. Αντιστοίχως, με μικρότερη ασφαλώς ένταση και σε αρκετά περιορισμένη έκταση, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, το φαινόμενο αυτό, παρατηρήθηκε και στην Ελλάδα.

Και να πως έχει, η ιστορία.

Η «περιπέτεια» του χαϊκού στην Ελλάδα

Από τα τελευταία, και ενδεχομένως οριστικά τεκμήρια και στοιχεία, που ήρθαν στο φως, μέσα από την σχετική έρευνα – αποδελτίωση περιοδικών, μελέτη άλλων γραπτών πηγών των αρχών του 20ου αιώνα, καθώς και ημερολόγια, αλληλογραφίες, φιλολογικές αναμνήσεις- φαίνεται πως ο χρόνος εισαγωγής του χαϊκού στις δικές μας ποιητικές συνήθειες θα πρέπει να προσδιοριστεί, κάπου ανάμεσα στα 1900 με 1925.

Η εμφάνιση του χαϊκού στην ελληνική πραγματικότητα -ως έννοια τουλάχιστον- θα γίνει το 1904, με ένα θεωρητικό κείμενο, του Σπυρίδωνος Δε Βιάζη, δημοσιευμένο στο περιοδικό «Ίρις Αθηνών». Για να έχουμε κάτι νεότερο, μια δεύτερη αναφορά για το χαϊκού, έπρεπε να περάσει μια ολόκληρη δεκαετία! Κι αυτό θα συμβεί τον Μάρτιο του 1925, όταν ο Γεώργιος Σταυρόπουλος, θα δημοσίευση 6 ποιήματά του, με τίτλο: «Τρίστιχα», στο περιοδικό «Λυκαβηττός». Δεύτερη, αλλά, ουσιαστικά πρώτη στο καθαρά ποιητικό σκέλος, αναφορά. Τα ποιήματα εκείνα τα συνόδευε και ένα μικρό, πληροφοριακό κείμενο, γύρω από την ποίηση του χάι- κάι.

Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου (1925), ο Νικόλαος Χάγιερ- Μπουφί δης, με το ψευδώνυμο Ίσαντρος Άρις, θα δημοσιεύσει στο περιοδικό «Νέα Τέχνη», «5 χάι-κάι», μαζί με σχετικό επίσης κείμενο για το είδος αυτό.

Και στη συνέχεια, ενάμιση χρόνο μετά, ο Κύπριος ποιητής, Παύλος Κριναίος-Μιχαηλίδς, θα παρουσιάσει 10 τρίστιχα, με τίτλο: «Χάι-.Κάι», στο περιοδικό «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλο- παίδεια» (Δεκέμβριος του 1926).

Αυτά τα τέσσερα γεγονότα, στο πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, μπορεί να θεωρηθούν ως «πρόδρομοι» του φαινόμενου, ή «η σπορά» του χαϊκού στα χώματα της ελληνικής ποίησης, αφού, παρά την ισχνότητα τους, θα προετοιμάσουν το έδαφος και θα δημιουργήσουν τις κατάλληλες, κατά κάποιον τρόπο, συνθήκες, για την περεταίρω ανάπτυξη του χαϊκού, στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να μιλήσουμε και για την Πρώτη Περίοδο της περιπέτειας του ελληνικού χαϊκού.

Παρατηρούμε όμως πως, το ενδιαφέρον των ποιητών γι’ αυτό το «καινούργιο» ποιητικό είδος, για μεγάλο χρονικό διά- στημα (1904-1926), δεν ήταν και τόσο «θερμό» όσο θα περίμενε κανείς. Γιατί άραγε;

Η απορία μας αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος, αν αναλο- γιστούμε πως, εμείς στην δική μας παράδοση, διαθέτουμε ένα τεράστιο κεφάλαιο επιγραμματικής ποίησης, που εκτείνετε σε πολλούς αιώνες: Η οποία ξεκινάει από την Αρχαϊκή Περίοδο (750- 479 π.Χ.), προχωράει στην Κλασσική Περίοδο (479-323 π.Χ.) οπού έχουμε την πλήρη ανάπτυξή της, για να φτάσει στην μεγάλη ακμή της, στους Ελληνιστικούς χρόνους (330- 30 π.Χ). Κι έπειτα, από τους Ρωμαϊκούς και Βυζαντινούς χρόνους, στο Δημοτικό μας Τραγούδι κι από εκεί, στην ποίηση των Νεώτερων χρόνων, χωρίς διακοπή πάντοτε, μέχρι τις μέρες μας. Πως γίνεται, λοιπόν, να αφήνει ασυγκίνητους τους Έλληνες ποιητές της εποχής των αρχών του 20ου αιώνα, μια τέτοια ποίηση; Υπάρχει εξήγηση;

Πιστεύω πως ναι, αλλά χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και προσεκτική διερεύνηση.

Αν θέλαμε πάντως να ορίσουμε σε μια πρώτη προσέγγιση, τις αιτίες, θα λέγαμε τα εξής: Ίσως η εξήγηση να βρίσκεται στο δισταγμό και στην κατά κάποιον τρόπο ανασφάλεια των Ελλήνων ποιητών απέναντι σε μια ξενόφερτη ποιητική φόρμα. Ή ακόμη, στο γεγονός ότι, οι ποιητές μας την περίοδο αυτή, ίσως να ενδιαφέρονται για μεγαλύτερες στιχουργικές μορφές, οι οποίες εξυπηρετούν καλύτερα την όποια ποιητική τους δημιουργία. Είναι γεγονός πως τα ολιγόστιχα ποιήματα απαιτούν μια ιδιαίτερη προσπάθεια και προπαντός, ανάλογο ψυχισμό και φιλοσοφία.

Κάποιοι πάλι, για να δώσουμε και μια τρίτη εξήγηση, μπορεί να έμειναν σε μια σχέση απλής γλωσσικής και ποιητικής άσκησης και να μην δημοσιοποίησαν ποτέ τα αποτελέσματα τους. Κάτι βεβαίως που είναι και θεμιτό και κατανοητό. Παρά ταύτα, η απορία μας εξακολουθεί να υπάρχει.

Σε ζητήματα πάντως, σαν και αυτό που μας απασχολεί – η υιοθέτηση δηλαδή μιας νέας δημιουργικής συνήθειας- υπεισέρ- χονται πολλοί παράγοντες, οι οποίοι δρουν κάτω από απροσδι- όριστες συνθήκες, στην αφάνεια. Ένας από αυτούς τους παράγο- ντες, χωρίς καμιά αμφιβολία, είναι και η στάση που θα κρατήσουν, απέναντι στο «καινούργιο», οι κορυφαίοι δημιουργοί της συγκεκριμένης εποχής.

Η στάση αυτών των ανθρώπων, καθορίζει τις όποιες εξελίξεις, αφού λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στον χώρο των ομοτέχνων τους. Αν είναι θετική, θα δώσει θετικά αποτελέσματα. Αν είναι αρνητική ή ουδέτερη, θα έχει επίσης τον αντίκτυπο της και στους άλλους. Αυτό πιστεύω πως συνέβη και στην περίπτωση μας.

Χρειαζόταν καθώς φαίνεται η «γενναία παρέμβαση», η καθοριστική κίνηση κάποιου ποιητή, που να διαθέτει το ανάλογο κύρος για να «σφραγίσει», να επικυρώσει αν θέλετε, μια καινούρια ποιητική συνήθεια.

Και αυτή την «καθοριστική κίνηση», για το χαϊκού, θα την κάνει, το 1940, χρονιά ορόσημο στην σύγχρονη ιστορίας μας, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές. Ο Γιώργος Σεφέρης.

Τότε λοιπόν, δημοσιεύει την 5η κατά σειρά ποιητική του συλλογή, το «Τετράδιο Γυμνασμάτων», όπου ως γνωστό, περιέχο- νται σε αυτήν και τα περίφημα «16 χαϊκού» του.

Αυτά ακριβώς τα 16 τρίστιχα, παρά την ιδιομορφία τους, αποτελούν την πρώτη σοβαρή κατάθεση ποίησης χαϊκού, στην Ελλάδα. Και είναι αυτά, που θα κάνουν πλέον, ευρύτερα γνωστή την συγκεκριμένη ποίηση.

Με τον Γιώργο Σεφέρη και τα «16 χαϊκού» του, μπορούμε να πούμε πως περνάμε στην Δεύτερη και πιο καθοριστική Περίοδο του χαϊκού (1840-1972), η οποία όμως, θα έχει περίπου τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνα της «Πρώτης Περιόδου», δηλαδή: Περιορισμένο ενδιαφέρον και πάλι (από το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων ποιητών) και, μεγάλη χρονική απόσταση, από την αμέσως επόμενη ποιητική κατάθεση ή αναφορά. Κι αυτό δείχνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η ποίηση χαϊκού, μέχρι να καταξιωθεί ως ποιητική φόρμα, στη χώρα μας.

Έπρεπε να περιμένουμε, να περάσει ένα τέταρτο ακόμη αιώνος! ώσπου, το 1969, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, να εκδώσει την δίκη του συλλογή με τίτλο «Αλφαβητάρι» (την πρώτη αυτοτελή συλλογή με χαϊκού στην Ελλάδα). Η συνεισφορά του, όπως μπορείτε να καταλάβετε, είναι καθοριστική. Όπως, καθοριστικής σημασίας θα είναι και η επόμενη εκδοτική προσπάθεια, το 1972. Τότε είναι η σειρά του Ι. Δ. Αντωνίου, ο οποίος θα εκδώσει την συλλογή του: «Χάι-Κάι και Τάνκα».

Έτσι, με αυτό τον τρόπο θα λέγαμε πως κλείνει η Δεύτερη και ενδεχομένως πιο ενδιαφέρουσα Περίοδος του χαϊκού στα ελληνικά γράμματα, αφού όπως απεδείχθη ιστορικά, με την παρουσία αυτών των τριών (Σεφέρη-Λορεντζάτου-Αντωνίου) παγιώνεται τρόπον τινά, η παρουσία του χαϊκού, στον ποιητικό μας χάρτη. Και η περιπέτεια θα συνεχιστεί, όπως θα δούμε αμέσως μετά, σε άλλους, πρωτόγνωρους για τα ελληνικά δεδομένα, ρυθμούς και με άλλη ένταση και συχνότητα. Θα περάσουμε δηλαδή στην Τρίτη Περίοδο, η οποία, μπορούμε να πούμε πως βρίσκεται ακόμη εν εξελίξει! Η χρονική περίοδος , δηλαδή, από το 1972 και μέχρι τις μέρες μας.

Μια τεσσαρακονταετία, μέσα στην οποία συνέβησαν και συμβαίνουν πολλά και άκρως ενδιαφέροντα πράγματα. Σε αυτό το χρονικό διάστημα, δίχως αμφιβολία, έχουμε την πλήρη ανάπτυξη του είδους, στη χώρα μας, σε όλα τα επίπεδα. Παρατηρείτε μια πυρετώδης δημιουργική δραστηριότητα η οποία αντικατοπτρίζεται στις συχνές δημοσιεύσεις χαϊκού, αλλά και σε διάφορα φιλολογικά κείμενα που εμφανίζονται σε περιοδικά και εφημερίδες, κυρίως όμως, στις εκδόσεις συλλογών αποκλειστικά με ποιήματα χαϊκού. Αποκορύφωμα όλων αυτών θα είναι, το 1996, η έκδοση της πρώτης «Ανθολογίας Ελληνικού Χαϊκού», από τον ομιλούντα, στην οποία ο αείμνηστος Θ. Δ. Φραγκόπουλος, θα γράψει μια ενδιαφέρουσα για το είδος εισαγωγή. Η εν λόγω Ανθολογία, παρά τις όποιες αδυναμίες της, θα καταγράψει και θα κωδικοποιήσει το δυναμικό των ποιητών χαϊκού στην Ελλάδα και την Κύπρο. Θα προκαλέσει έναν πλατύτερο και γόνιμο διάλογο από τη μια, και από την άλλη, θα αναθερμάνει ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον -ποιητών, μελετητών και αναγνωστών- γι’ αυτή την, ιαπωνικής προέλευσης, ποιητική φόρμα, η οποία όπως είπαμε και παραπάνω, στέκεται πλάι στην δική μας παράδοση της επιγραμματικής ποίησης.

Αυτή ακριβώς η «συγγένεια» θα μπορούσε πιστεύω, να αποτελέσει αντικείμενο ειδικής φιλολογικής μελέτης με πολλές ενδιαφέρουσες πτυχές, που σχετίζονται με την ιστορία και των πολιτισμό των δύο χωρών: Ιαπωνίας και Ελλάδας.

Θα πρέπει ακόμα να αναφέρουμε πως τα τελευταία 20-25 χρόνια, αυτό το έντονο ενδιαφέρον, σε Ελλάδα και Κύπρο, έφερε στο προσκήνιο και άλλες παράλληλες δραστηριότητες όπως: Βραδιές παρουσίασης χαϊκού, διαλέξεις, διαγωνισμούς και αναφορές σε ποιητικά συνέδρια. Μέσα σε όλα αυτά, ή ως αποτέλεσμα όλων αυτών έχουμε (το 2007) και την εμφάνιση του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΧΑΪΚΟΥ.

Πιο πρόσφατη «κατάκτηση» αποτελεί ασφαλώς και το γεγονός της εισόδου του χαϊκού στο Ελληνικό Εκπαιδευτικό Σύστημα, με σχετικό μάθημα στο βιβλίο της Τρίτης Δημοτικού. Κοντά σε αυτή την εξέλιξη, αξίζει να μνημονευθεί και η πρώτη στο είδος της, εργασία, της εκπαιδευτικού/ερευνήτριας, Ελένης Καρυδά, που εκδόθηκε το 2006 με τίτλο: «Τα χαϊκού στο Σχολείο».

Ωστόσο, την σημαντικότερη εξέλιξη αυτής της εκπαιδευτικής πτυχής του χαϊκού στη χωρά μας, αποτελεί ένα άλλο σημαντικό γεγονός που είναι άγνωστο, ακόμη και στους πνευματικούς κύκλους, και το οποίο δίνει πλέον, άλλες διαστάσεις στην εξελικτική πορεία του χαϊκού στον τόπο μας. Πιο συγκεκριμένα, μόλις πρόσφατα, στα ΤΕΙ Αθηνών, στην ΣΧΟΛΗ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (Τμήμα Γραφιστικής), οι καθηγητές έδωσαν στους σπουδαστές τους, για το Α΄ Εξάμηνο του Ακαδημαϊκού έτους 2010-2011, ως μάθημα, συγκεκριμένη εργασία με αντικείμενο της, το ελληνικό και ιαπωνικό χαϊκού. Ο κάθε σπουδαστής επιλέγει και εικονογραφεί τα χαϊκού της αρεσκείας του, και το όλο αποτέλεσμα, θα έχει τη μορφή ενός και μοναδικού βιβλίου, ολοκληρωμένου από τους ίδιους τους σπουδαστές. Πολύ σύντομα, τα αποτελέσματα αυτής της σπουδαίας από κάθε άποψη, προσπάθειας, θα παρουσιαστούν και δημόσια σε μια ειδική έκθεση, όπως πληροφορήθηκα, μέσα στο ερχόμενο φθινόπωρο. Πρόκειται χωρίς αμφιβολία για ένα γεγονός που, η αξία και η σημασία του, ξεπερνά την ελληνική πραγματικότητα. Αποκτά διεθνείς διαστάσεις.

Αλλά, ας συνεχίσουμε.

Για την τελευταία περίοδο (1972-2005) και με βάση την «Ανθολογία Ελληνικού Χαϊκού», μπορούμε να αναφερθούμε σε ποιητές και ποιήτριες που έγραψαν και δημοσίευσαν χαϊκού, αμέσως μετά τους Σεφέρη-Λορεντζάτο-Αντωνίου, οι οποίοι, όπως είπαμε, αποτελούν την βάση για την περαιτέρω συνέχεια της ποίησης χαϊκού (έτσι όπως τέλος πάντων το αντιλαμβανόμαστε εμείς, εδώ στην Ελλάδα). Η επόμενη λοιπόν γενιά των ποιητών, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει και τους: Τάσο Κόρφη (1929-1994), Γιώργη Παυλόπουλο (1924-2009), Ανέστη Ευαγγέλου (1937-1993), Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλο (1933), Νάσο Βαγενά (1945), Μιχάλη Γκανά (1944), Νίκο Λαδά (1953-1979), Αργύρη Χιόνη (1943), Γιάννη Πατίλη (1947), Διονύση Καψάλη (1952), Παναγιώτη Καποδίστρια (1961), Ηλία Κεφάλα (1951), Χρήστο Τουμανίδη (1952), Μιχαλάκη Μαράθευτη (1926- ), Ηλία Μέλιο (1960), Ζωή Σαβίνα, Ρούλα Ιωαννίδου-Στάυρου (1951), Ευανθία Γεωργούλη (1967) κ.α.

Συνολικά στην «Ανθολογία Ελληνικού Χαϊκού» βρίσκουμε 47 ποιητές και ποιήτριες, από την Ελλάδα και την Κύπρο που προέρχονται από διαφορετικές ποιητικές «γενιές».

Πρέπει σε αυτό το σημείο να γίνει γνωστό πως, αμέσως μετά την έκδοση της προαναφερθείσας Ανθολογίας (1996), ξεκίνησε η συγκρότηση της δεύτερης και πιο πλήρους εκδοχής της ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΧΑΪΚΟΥ, η οποία βρίσκεται στο τελικό της στάδιο. Μέσα από αυτή την προσπάθεια, διαπιστώνεται πλέον καθαρότατα, η ακόμη μεγαλύτερη ανάπτυξη του χαϊκού στη χώρα μας, σε σχέση πάντοτε με το μακρινό αλλά και το πρόσφατο παρελθόν. Εμφανίζονται νέοι ποιητές, νέες συλλογές χαϊκού, διάφορες θεματικές Ανθολογίες από την παγκόσμια ποιητική παραγωγή. Με δυο λόγια θα λέγαμε πως: Όσο δύσκολα και διστακτικά υπήρξαν τα πρώτα βήματα του χαϊκού στον τόπο μας, τόσο πιο δυναμικά εξελίσσονται πλέον στις μέρες μας.

Και τώρα, θα ήθελα να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά, σε έναν από τους μεγαλύτερους πνευματικούς δημιουργούς μας, τον παγκοσμίου φήμης συγγραφέα, στοχαστή και ποιητή, Νίκο Καζαντζάκη (1883-1957). Ο Καζαντζάκης, εκτός από το γνωστό πολυσήμαντο έργο του, μας άφησε και κάποια, άγνωστα σχεδόν, δείγματα της υψηλής ποιητικής δημιουργίας του, που είναι χαϊκού. Ναι, είναι αλήθεια, αυτά τα «μικρά ποιητικά διαμάντια» του, βρίσκονται σκόρπια, στις σελίδες κάποιων έργων του, αλλά και μέσα στην πολυσέλιδη αλληλογραφία του.

Περισσότερα, πάνω στο θέμα αυτό, επιφυλάσσομαι να παρουσιάσω σε ξεχωριστή εργασία μου που βρίσκεται εν εξελίξει και έχει ως αντικείμενο της, αυτήν ακριβώς την σχέση του Καζαντζάκη, με την Ιαπωνία και το ελληνικό χαϊκού.

Επί του παρόντος, περιορίζομαι να πω ότι: Ο Καζαντζάκης, αποδεικνύεται ως ο πιο «Ιάπωνας» έλληνας ποιητής και ο πιο βαθύς γνώστης και εκφραστής του πνεύματος του χαϊκού, από όλους, τολμώ να πω, τους Έλληνες ποιητές, που προσπάθησαν να γράψουν χαϊκού.

Θέλετε να πάρετε μια μικρή γεύση; Ακούστε:

Είπα στην αμυγδαλιά:
Αδελφή μου μίλησε μου για το θεό,
κι εκείνη άνθισε.

Ολοκληρώνοντας την ομιλία μου θα ήθελα να κάνω ορισμένες ακόμη γενικές παρατηρήσεις:

1- Μπορούμε να πούμε πως, το χαϊκού, μετά την διάδοση που γνώρισε τα τελευταία τουλάχιστον 80 χρόνια και στις πέντε ηπείρους, έχει καταστεί πλέον μια «οικουμενική ποιητική δυνα- τότητα», ένα μοναδικό ποιητικό φαινόμενο. Δεν πρέπει να υπάρχει χώρα πάνω στη γη, στην οποία να μη διαβάζονται και να μη γράφονται χαϊκού.

2- Τα χαϊκού που γράφονται εκτός, είναι φυσικό να διαφέρουν σε πολλά σημεία από εκείνα που γράφονται, εντός Ιαπωνίας. Αρκεί να λάβει κανείς υπόψη του, την διαφορετική φιλοσοφία, τον ψυχισμό των λαών και τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας και κάθε γλώσσας. Έτσι, πρέπει να μιλάμε για τα χαϊκού των: Αμερικανών, Γάλλων, Ισπανών, Ελλήνων κ.ο.κ.

Αλλά, και τα χαϊκού που γράφονται σήμερα στην Ιαπωνία, διαφέρουν σημαντικά, από εκείνα που γράφονταν πριν από 30-40 χρόνια. Παρατηρείτε δηλαδή μια φανερή …απομάκρυνση από ορισμένους αυστηρούς κανόνες του είδους, ακόμη και από τους ίδιους του Ιάπωνες.

Όποιες όμως «αλλαγές» κι αν έγιναν, δεν αλλοίωσαν την «ταυτότητα» και την φιλοσοφία του χαϊκού. Εξακολουθεί λοιπόν να διατηρεί τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της, ως μια ιδιαίτερη και πολύ απαιτητική, ποιητική δημιουργία. Μια δημιουργία η οποία μπορεί να συμπυκνώνει, με θαυμαστό τρόπο, μέσα σε λίγες μόνες λέξεις, πολλά και σπουδαία νοήματα! Με άλλα λόγια:

Λίγα, πιο λίγα-
Τα πολλά και σπουδαία
μ’ ένα χαϊκού.

4- Ο υπαινιγμός επομένως, μαζί με τον ιδιότυπο λυρισμό, από τη μια και, η τρίστιχη μορφή με τις συνολικά δεκαεφτά συλλαβές, από την άλλη, θα πρέπει να θεωρούνται «αδια- πραγμάτευτα», αν θέλουμε να υπηρετήσουμε, με σεβασμό και αγάπη, ένα από τα πιο ενδιαφέρονται ποιητικά είδη που υπάρχουν και που σε διάστημα δύο μόλις γενεών, έχει καταστεί στην κυριολεξία, μια οικουμενική ποιητική δυνατότητα.

Και ασφαλώς, όταν λέμε τρίστιχη μορφή και δεκαεφτά συνολικά συλλαβές, εννοούμε πως κάθε στίχος, έχει την δική του νοηματική πληρότητα. Η οποία όμως, δεν επιτυγχάνεται με τον τρόπο του Προκρούστη, κόβοντας δηλαδή συλλαβές από τον έναν, για να συμπληρώνεται ο επόμενος στίχος, για να έχουμε το «ποθούμενο» 5-7-5, και το δεκαεπτασύλλαβο επίτευγμα μας, που θέλουμε να το ονομάζουμε «χαϊκού»!

Η εν λόγω πρακτική, καταδεικνύει την επικρατούσα λαθεμένη εντύπωση, πως το να γράψει κανείς χαϊκού, είναι μια εύκολη υπόθεση, κάτι σαν ένα απλό γλωσσικό «παιχνίδι». Η όλη παρανόηση βεβαίως ξεκινάει από την ελλιπή ή κακή γνώση, περί του τί είναι -ή δεν είναι- χαϊκού. Και τέλος πάντως, αν αυτό που θέλουμε να κάνουμε, δεν μπορεί είναι χαϊκού, τουλάχιστον ας είναι ποίηση!

5- Θα πρέπει τέλος, να γίνει κατανοητό από όλους πως, η επιγραμματική ποίηση γενικά, και κυρίως το χαϊκού, απαιτεί ιδιαίτερη πνευματική προσπάθεια, η οποία με τη σειρά της, προϋποθέτει ανάλογο ψυχισμό, που διαμορφώνεται μέσα από βαθειά γνώση και αγάπη και, κάτω τις φιλοσοφικές επιταγές μιας συμπαντικής αρμονίας, που συνέχουν τους ίδιους τους κανόνες του χαϊκού. Ασφαλώς βέβαια, δεν πρέπει να διαφεύγει, η 10 καθοριστική συμβολή στην όλη δημιουργία, το πνεύμα και η φώτιση του Ζεν. Για το οποίο, Ζεν, απαιτείτε μια ξεχωριστή αναφορά/προσέγγιση, για να έχουμε όλα τα δεδομένα αυτής της υψηλής πνευματικής δημιουργίας που λέγεται χαϊκού.

Μέσω του χαϊκού λοιπόν, μας δίνεται η δυνατότητα να παρατηρήσουμε τον κόσμο ΑΛΛΙΩΣ και να βιώσουμε με ένα μοναδικό τρόπο τη ζωή, σε όλες τις εκφάνσεις της, μέσα σε μια μόνο, «άχρονη» στιγμή. Μια στιγμή που, ενώ φεύγει γρήγορα μαζί με μας, εμείς -μέσω της ποίησης- έχουμε την δυνατότητα να την αιχμαλωτίσουμε -αιχμαλωτίζοντας μας- ως μια μικρή αιωνιότητα. Ένα τραγούδι που δεν έχει αρχή. Ούτε τέλος.

Όλος ο κόσμος
δεκαεφτά συλλαβές.
Τραγούδα μπορείς.

Και κλείνω με το υπέροχο χαϊκού, του Γιώργη Παυλόπουλου:

Όλοι χωράμε
οι ζωντανοί και οι νεκροί
σ’ ένα ποίημα.

(Χρήστος Τουμανίδης)